Posted by: poetrynow | 10/10/2009

8/6/08 Work in Progress Κατερίνα Ηλιοπούλου Μαρία Τοπάλη Φοίβη Γιαννίση

Η Κατερίνα Ηλιοπούλου, η Μαρία Τοπάλη και η Φοίβη Γιαννίση παρουσίασαν για 20΄ αδημοσίευτα ποιήματά τους και δέχτηκαν την κριτική των ακροατών.

Το τελευταίο λογοτεχνικό event πριν από το καλοκαίρι

Διαβάστε τα ποίηματα εκείνης της βραδιάς. Κατερίνα Ηλιοπούλου, Φοίβη Γιαννίση, Μαρία  Τοπάλη

Κατερίνα Ηλιοπούλου

INSOMNIA

Τα δύο ξύλινα κρεββάτια ενωμένα

«Δίδυμα» που  λένε στα αγγλικά

Ανάμεσά τους ένα  αυλάκι

Ακίνητο

Τα βράδυα πέφτει μέσα εκεί

Είναι μικροσκοπική

Για να φτάσει κοντά  του

Κάνει τέτοια πράγματα

Δοκιμάζει τον  εαυτό της

Στο δόσιμο

Μετά αποσύρεται

Στραγγίζει από  πάνω της κάθε του ίχνος

Κοιμάται

Με πάθος

Με αφοσίωση

Γίνεται ένα  πράγμα της νύχτας

Ένα πράγμα της νύχτας όχι πολύ διαφορετικό από τα ξύλινα έπιπλα την κουρτίνα  τον ψυχρό αέρα και τον χαμένο ορίζοντα το καράβι ολόφωτο που κρέμεται από τον ουρανό και τον διασχίζει. Διασχίζει και τον ίδιο δίνοντας το σάλπισμα της αναχώρησης ενώ αυτός ο σιωπηλός ανταποκριτής θα μείνει πίσω. Θα έχει το προνόμιο να μπαινοβγαίνει στα όνειρά του θα τα κρατάει σαν ένα κομμάτι πάγου που λειώνει σιγά σιγά αφήνοντας ένα ελαφρύ κάψιμο στο κέντρο της παλάμης. Θα είναι εκτεθειμένος στην λευκή ταινία που εκτυλίσσεται υποχρεωμένος να υφίσταται γεγονότα ανύπαρκτα ιστορίες που οι αφηγητές τους βαριούνται στη μέση μαρτυρίες που ψιθυρίζονται χωρίς σκοπό (ωστόσο ανελέητα). Θα θέλει να φυσήξει μακριά τη σκόνη το θολό πέπλο τον τρεμάμενο ήχο της επιμονής τους. Θα σηκώνεται τότε για να φωτογραφίσει τη νύχτα. Θα βάζει την κάμερά του στο πεζούλι θα ρυθμίζει το φακό και θα καπνίζει και θα περιμένει και η κάμερα θα κάνει κλικ πολύ ήσυχα πολύ ύπουλα πολύ μυστικά θα κλέβει κάθε ελάχιστη ρανίδα φωτός και θα του τη φέρνει σαν κυνηγόσκυλο. Και να ο ουρανός που είναι μπλε, τα χόρτα πράσινα και πορτοκαλί, τα βράχια πιο λευκά από κάθε πλυμένο κόκκαλο που έχεις δει ποτέ. Κοκκάλινα λουλούδια που μόλις άνθισαν. Θα τα κόψει. Θα σκάψει ένα λαγούμι ύπνου.

I

Κι αφήνομαι βαθιά μες το λαιμό της νύχτας

Εγώ η αράχνη πιασμένος από μια κλωστή

Κρατάω την  αναπνοή μου και αφουγκράζομαι

Μην ξέροντας αν είναι ήχος ή άγγιγμα

Αν είναι δική μου δόνηση ή κάτι έξω από μένα που με δονεί

Σύνορο του  δέρματός μου

Όταν φτάνω  εκεί ξέρω πως βρίσκομαι στην άκρη της κλωστής μου

Θησέας ή Ορφέας;

Όπως και νά’χει η ιστορία μιας προδοσίας

II

Ύπτιος πλέω μέσα στη νύχτα

Αλλά και η  νύχτα με διασχίζει

Το αυλάκι που  ανοίγει δεν σταματά να μιλά

Τα πράγματα σβήνουν αφήνοντας ένα λεπτό  περίγραμμα

Που παίρνω μαζί μου

Θα είναι χρήσιμο αργότερα

Όταν ο ορίζοντας  χαθεί

III

Βλέπω το χνούδι της νύχτας να αυξάνει και να φθίνει

Τα μάτια των  μικρών αρπακτικών να φλέγονται

Βλέπω το θάνατο να ξύνει την πόρτα

Την κοινότοπη  περιπέτεια της περιπλάνησής του

Βλέπω την επίμονη  μνήμη να μαζεύει στοιχεία στις γωνίες

Σκόνη ρινίσματα  οτιδήποτε της κάνει

Κι όταν έρθει  θα είναι αρκετό ένα χαμόγελο

Ένα λουράκι  παπουτσιού λίγη άμμος ανάμεσα στα  δάχτυλα

Θα είναι αρκετό για να εξαπολύσει πάνω μου

Το τεράστιο κύμα όλων των «συγκλονισμένων πραγμάτων»

Ε λοιπόν καληνύχτα, λέω και σηκώνω

Το σεντόνι  πάνω από το κεφάλι μου

IV

Με το τυφλό  μου βλέμμα

Βλέπω τις φωνές  των γυμνών σωμάτων

Η γεύση τους ωριμάζει στο στόμα μου

Σαν γλώσσα που  ποτέ δεν θα ακουστεί

Αγκαλιάζω το σώμα μου

Και βρίσκω το δικό σου σώμα

Αγκαλιάζω όλες τις εκφράσεις μου

Αυτές που εσύ  μιλάς

Αυτές με τις  οποίες με γνωρίζεις

Όπως εγώ δεν  γνωρίζω τον εαυτό μου

V

Το τυφλό μου  βλέμμα συναντάει το άλλο μου βλέμμα

Που είναι φυλακισμένο  στα πράγματα

Και το αναγνωρίζει  σαν ακριβή ανάμνηση

Αν καθετί που βλέπω μεταμορφώνεται σε ανάμνηση

Εγώ είμαι το μνημείο του βλέμματός μου

Σ’ένα κόσμο  νεκρό

Ποιός θα με θυμηθεί;

Where is Pablo Frank?

Εμφανίζεται πουλί-αετός  ουρανός σύννεφα, ανύψωση, με ανοιχτά  φτερά, πλοήγηση ακίνητα φτερά. Εμφανίζεται αγόρι βρεγμένο μαυρισμένο ανεβαίνει τη σιδερένια σκάλα πατούσα γυμνή στο στενό σκαλοπάτι μυικός τόνος στο πόδι σφίγγεται πάνω στο μέταλλο φτάνει στην κορυφή πέφτει. Ένα κλάσμα της πτώσης παγώνει τώρα κρέμεται όρθιο με το κεφάλι στο πλάι λες από μια θηλειά αόρατη (από αέρα;). Εμφανίζεται τέντα με καλαμωτή άδειες καρέκλες στην αμμουδιά, τροχόσπιτο, νερό επιφάνεια νερού με ρυτιδώσεις. Εμφανίζεται στροφή σε δρόμο χωμάτινο, χαμηλό πέτρινο κτίσμα (μαντρί;) πιο κοντά χαλασμένη ξύλινη πόρτα στο βάθος παράθυρο ανοιχτό βλέπεις από μέσα τους λόφους αλλά πριν σκοτάδι πόρτα μισάνοιχτη, στον άσπρο τοίχο κόντρα ο ήλιος, αγκάθια ψηλά ανθισμένα τρέμουν. Εμφανίζεται οργωμένο χωράφι χώμα στύλος του ηλεκτρικού και λόφοι και κίνηση εμπρός δεν προλαβαίνεις όλο να το δεις τρέμει άλογα στο λιβάδι μια ουρά κινείται στην άκρη του ματιού, εμφανίζεται καλαμωτή με κενά από μέσα ουρανός, αμμουδιά έρημη με λίγα σκουπίδια ξαπλώστρα αριστερά στο βάθος ακατοίκητη καλάμια ουρανός εμφανίζεται θολό κοράκι στο χώμα φεύγει μπροστά μαύρο φτερό αδειάζει φεύγει κι αυτό, αποβάθρα λιμνοθάλασσα θολό, καμπίνα ψαράδων έρημη φεύγει, εμφανίζεται θάμνος ξερός από κοντά κλαδιά τρέμουν ανατανάκλαση τρέχει μπροστά χωράφι με ζώα γαιδουράκι, μικρό θαμπό από κοντά κοιτάει μια στιγμή μαύρο βελούδινο μάτι χάνεται, χώμα κοντά σβώλοι εμφανίζεται μυρμήγκι κουβαλάει αγκάθι εμφανίζονται σύρματα στον ουρανό οριζόντια, κοντά πέτρες βότσαλα υγρά άσπρα στο μαύρο εμφανίζονται κύματα διακύμανση νερού “Be not afeard the isle is full of noises”

Το  τραγούδι του μικρού κολυμβητή

Τα πόδια του  γατζώνονται στο τσιμέντο
Η αναπνοή του  είναι τεράστια

Eπίκληση για διάρκεια
που οργανώνεται  κατά μήκος των σπονδύλων του
Τώρα η μικρή  κατασκευή από κόκκαλα μαζεύεται

Η ακινησία του  έχει κάτι από σαύρα.

(Σα νά’ταν από πάντα εκεί
Κι ακαριαία άφαντη
Το βλέμμα δεν  μπορεί να τη χορτάσει)

Και τώρα ξαφνικά  πέφτει
Όρθιος σαν  άγγελος
Άλλωστε και τα πουλιά ρίχνονται  στον ουρανό
Κάθε  πτήση είναι πτώση

Πέφτοντας φοράει ρολόι από λουλούδι

Περασμένο σε σπάγγο

Φοράει κολλιέ από νεράντζια

Τρυπάει συχνά  τα πράγματα

Δοκιμάζει την  αντοχή τους μ’ένα σουγιά

Τώρα ο ίδιος  μια βελόνα τρυπάει τον άνεμο

Η επέμβαση αυτού του  τύπου είναι μια  πράξη:

α) Διαχωρισμού

β) Βεβήλωσης

γ) Εξερεύνησης

δ) Σύνδεσης

ε) Μεταμόρφωσης

Δεν τελειώνει ποτέ

Δεν ανοίγει αυτό που  δεν έχει μέσα

Πέφτοντας παίρνει  μαζί του

Το κάψιμο στο  χέρι

Στο κέντρο της  παλάμης

Από ένα μαύρο  έντομο

Ο πόνος είναι  ένα πράγμα με φτερά

Ο πόνος είναι  ένας επισκέπτης απ’το μέλλον

Διέσχισε τον  άγραφο χάρτη του χεριού

Τον διάβασε εξονυχιστικά

Κλαίγοντας όρθιος

Με το χέρι ανοιχτό

Δείχνοντάς το στην ερημιά

Ολόκληρος ήταν υποκείμενο ενός πράγματος που

Ελλείψει  ακριβέστερου όρου

Θα  ονομάσουμε: αφή.

Και πέφτοντας  παίρνει μαζί του

Τα μάτια των  ζώων.

Και τα αόρατα άλογα

Κάθε μέρα τα ιππεύουν και τ’αγαπούν

Τα σφίγγουν και τα χαιδεύουν

Γι’αυτό που  είναι:

Δυο κρύες πέτρες καλυμένες με βρύα.

Εκεί  θα δοκιμάσει για  πρώτη φορά τον  ίλλιγγο της ύλης

Ότι άβυσσος δεν είναι  το μαύρο κενό αλλά το αδιαπέραστο.

Και πέφτοντας  τέλος οι άκρες των δακτύλων του

Θ’αγγίξουν  το νερό

Και μετά ο ίδιος  θα βυθιστεί μεμιάς

Χωρίς να προλάβει ν’αρπάξει το όριο

Και με μάτια  κλειστά

Θα βλέπει με κάθε πόρο του σώματός του

Θα είναι απρόσκλητος  σ’ένα ξένο κόσμο

Τέλεια γοητευμένος

Θα είναι φοβισμένος

Θα θέλει να μείνει εκεί για πάντα

Θα θέλει να το κάνει να διαρκέσει

Θα βγει στο  φως νικημένος

Θα δοκιμάσει  ξανά

Κι αυτό ανέλπιστα  θα το ξαναζήσει κάποτε

– θα είναι  νικημένος

– θα δοκιμάσει  ξανά

Και θα δαγκώσει τον ιστό της πρότασης:

“It’s never enough”

Και θα χορέψει.

Φοίβη Γιαννίση

Από τη συλλογή Ομηρικά

(Ορφέας)

ριγμένη στο τώρα με την φόρα του χτες και του αύριο τραγουδάς

φωνή

της άνοιξης

τον αέρα τον φορτωμένο μυρωδιές

από αλλού  και από εδώ και από αυτό που έρχεται

αυτόν εμείς περιμένουμε καθώς ακούγεται  πλησιάζοντας

φορτωμένος  αλλά ελαφρύς

όπως  ελαφρύ αλλά πλήρες

πετάει  και τραγουδάει

το κεφάλι σου

ξεβράζεται  στην ακροθαλασσιά με το κύμα

δίνει ρυθμό στους κωπηλάτες

μαζί  του τραγουδούν και λάμνουν

ενώ οδηγεί

τα ψάρια  στον αφρό τα ψάρια

στα σκοτεινά ερεβώδη του βυθού βάθη

δελφίνια

λιοντάρια ελάφια θηρία του κάμπου

ν’  ακούσουν σταματούν

στον  ήλιο του απογεύματος

ο γύφτος σβήνει το μεγάφωνο

καστανόχωμα κοκκινόχωμα φωνάζει

χώμα  για όλα τα μπαλκόνια

γυρίζει να πουλήσει

καθώς μέσα στο σούρουπο

την δυνατή ζαλιστική ευωδιά του θάμνου «αγγελικούλα»

ο χλιαρός  αέρας φέρνει

την δική του αγγελικούλα ευρυδίκη

με το δικό του χώμα αγκαλιασμένη σκέφτεται

και τραγουδάει δίχως ανάπαυλα

γνωρίζει  πως όταν σιωπήσει

δεν μπορεί παρά το κεφάλι προς τα πίσω να στρέψει

τα προηγούμενα  να κοιτάξει

και να χαθεί

αυτός και αυτή και ο ήλιος της  άνοιξης και το επόμενο ωραιότερο  καλοκαίρι

Βόλος, 10-5-08

Αχιλλέας)

η βάρκα ΟΝΕΙΡΟ πωλείται

το ρυμουλκό ΑΧΙΛΛΕΑΣ την ΣΤΑΡΛΕΤ

κατάματα  στο πρόσωπο κοιτάζει

τον ΠΡΙΓΚΗΠΑ ΑΜΠΝΤΟΥΛ ΧΑΖΙΖ

απ’ την Ιορδανία

κανείς  ποτέ δεν είδε να σαλπάρει

κατάφωτο  τις νύχτες

δεμένο  όλο το χρόνο το παλάτι

ο βασιλιάς δεν είναι εδώ

εξήντα  πέντε άνδρες

φαντάσματα  του λιμανιού

κρατούνε  μέρα -νύχτα πλένουν

αδιάκοπα  φροντίζουν το καράβι

και απέναντι εσείς

σας βλέπω σας είδα και σήμερα

δίχτυα  μπαλώνετε μες στις μεγάλες ψαρόβαρκες

δέκα  στην καθεμία

σήμερα  Κυριακή μέρα αργίας πριν την πανσέληνο

κάνετε  όπως κι εγώ δουλειές του σπιτιού

σκυμμένοι στα μελιτζανιά εργόχειρά σας

ακούγοντας  από τρανζίστορ μουσική

κάθε άνδρας ένα ποτήρι τσάι ένα τρανζίστορ

με βελόνες  μπαλώνετε σκυφτοί

με μάτια  κόκκινα κομμένα

μελαψοί άνδρες με μάλλινα πουλόβερ

κανείς  εδώ δεν τα φοράει

κάτω  από συννεφιά βουβοί

και από  βροχή

οι άνδρες από την Αφρική

είπαν πως μόνο το νερό γνωρίζουν

μες στο  νερό γεννήθηκαν

νερό  γλυκό όχι αρμυρό λέω εγώ γυρίζοντας με το ποδήλατο

νερό  του Νείλου αιγυπτιακό

και λέω  ακόμα

τα χέρια  σας σκληρά παγωμένα

από το κρύο της βόρειας για σας χώρας  μου

ψαρεύουν  τα νερά μας

υπομονετικά μπαλώνοντας κάθε χρονιά

την ώρα  περιμένουν

πίσω  στην Αφρική να επιστρέψουν

όταν  για λίγο το ψάρεμα σταματάει όταν οι ανεμότρατες

έξω τραβιούνται

αποδημητικά πουλιά χελιδόνια

πίσω  στο δικό τους νερό

στις  δικές τους γυναίκες

στα χωμάτινα σπίτια δίπλα στον ποταμό

αν και τώρα μπορώ να ρωτήσω

ποιος είναι ο τόπος του αποδημούντα

ο Εκεί ή ο Εδώ

η προέλευση  ή η άφιξη

πώς να υποδυθεί το Όνομα

αυτός που πριν ήταν ο κανείς

Βόλος Κυριακή 21-10-07

Αδηφάγοι)

με  βιάση οι άνθρωποι τον βίο διάγουν

ζουν  συνεχώς μες στην τροφή

καταβροχθίζουνε την μουσική

τον άλλο

το φως  του δειλινού

είναι μπροστά και δεν το βλέπω

από ανυπομονησία λαιμαργία καταβροχθίζω

από φόβο

να προλάβω  τον χρόνο

τα παιδιά μου πριν μεγαλώσουν

να προφτάσω

να κολυμπήσω  να βγω να μαυρίσω

να σε κοιτάξω να σε αγγίξω να σε μυρίσω

να σε ρουφήξω να σε ξεχάσω

να φάω  όλα τα ψίχουλα

ώστε  λοιπόν τα πουλιά

όπως  η ελεημοσύνη

είναι για την αφθονία

μία τελευταία  δικαιολογία

(Θέτις)

Θέτις

αυτή που τίθεται

ίσως

πάντα αυτή που  θέτει

όπως γνωρίζουμε ακόμα αυτή

που αρνήθηκε να τεθεί

στον άνδρα  να παραδοθεί

γενόμενη

φωτιά άνεμος νερό

δέντρο όρνιθα τίγρη

γενόμενη

λιοντάρι φίδι σουπιά

ώσπου κάποτε στο  ακρωτήριο Σηπιάς ο θνητός

την έθεσε γερά κρατώντας

με σταθερή  λαβή την λεία κατέκτησε

και την έφαγε  μέσα στον έρωτα

άφησε μόνο το λευκό κόκαλό της

το κόκαλο της  σουπιάς στην  παραλία

καθαρό πλυμένο  από το κύμα

η Θέτις δεν  είναι πια εκεί

φυσά μια ντουντούκα από τα βάθη

της θάλασσας

ένα χωνί ένα  μεγάλο κοχύλι αντηχεί

τα λόγια που  λένε

«παρ’όλα τα μελάνια που αμόλησα

ο άνδρας με καταβρόχθισε

εγώ θεά αυτός  θνητός»

ο πολεμιστής πάντοτε  επιστρέφει νεκρός

Βόλος Σπίρερ 23-10-07

(Γέρας  ή Πάτροκλος Ι)

όλοι  οι άνθρωποι θέλουν πάνω από όλα  σεβασμό και τιμή

για αυτό που  είναι για αυτό που αξίζουν

αξίζω τιμή δεν  θα την ζητιανέψω από εσένα

είπε ο αχιλλέας στον αγαμέμνονα όταν του πήρε το γέρας

το τιμητικό δώρο του

είπε επίσης στον οδυσσέα:

την εξουσία  έχει αυτός αλλά των αχαιών

ο καλύτερος  είμαι εγώ

ας μη νομίσει  πως θα σκύψω το κεφάλι

το είπε βέβαια ο αχιλλέας την πρώτη

την μοναδική φορά που ο άρχοντας

του πήρε την  τιμή του

και θάνατος

τόσο βαρύ

ήταν το τίμημα

εγώ ήδη δέχτηκα  αφαιρέσεις τιμών πολλαπλές

δημόσια τιμή

προς ερωμένη  δεν αρμόζει

είπες σου κάνω χάρη άκου

ένα μεσημέρι

σήμερα

σε περίμενα

και εγώ ο  πάτροκλος

σου μιλώ και  σου λέω

είσαι ανηλεής  εσένα η θέτις δεν είναι  μητέρα σου
από μέσα από  τη θάλασσα κι από μέσα από τα βράχια
που σε γέννησαν
αχιλλέα
έλα να φας μια  σουπιά
στο τραπέζι  μας
αλλά μετά θέλω να με γαμήσεις όπως μου αξίζει

Βόλος 13-4-08

(Πηνελόπη I­_am addicted to you)

έχει  πάθος με την πισίνα
κάθε μέρα στην πισίνα πάνω-κάτω
την ίδια διαδρομή ξανά και ξανά
η πισίνα την  κρατά στη ζωή
το κολύμπι  στην πισίνα την συντηρεί
το συνεχές  πηγαινέλα
η ρυθμική αναπνοή
ο συντονισμός  χεριών ποδιών
με το κεφάλι
μέσα έξω μέσα έξω
στο νερό
το κεφάλι
επαναλαμβανόμενα  μπαίνει και βγαίνει
φυσά μέσα ρουφά  έξω τον αέρα
οι παύσεις  κάθε λίγο στο διάδρομο
τα πλακάκια κάτω από την επιφάνεια μέσα
στο φως
τα ξένα σώματα απειλητικά
με σκουφιά και με πέδιλα
το νερό μες  στο χλώριο
ο ουρανός πάνω από κυπαρίσσια
η πισίνα με κρατά  στη ζωή
το συνεχές  τραγούδι
το μέτρημα
ένα δύο τρία τέσσερα πέντε
έξι επτά οκτώ εννιά  δεκαπέντε
δεκαεννιά χτυπήματα  περιστροφές
το τραγούδι του μετρήματος η επανάληψη απολιθώνει
το τραγούδι της πισίνας με σώζει
με σώζει από  τη γνώση πως

δε μ’ αγαπά

Βόλος 24-5-07

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

Categories

%d bloggers like this: