Posted by: poetrynow | 10/10/2009

1-2/3/08 Ποιητική Performance Δημήτρης Λεοντζάκος, Βασίλης Αμανατίδης, Σάκης Σερέφας

3 “Θεσσαλονικείς”  Ποιητές 2 Βραδιές σε 1 Bar στα Εξάρχεια… Δημήτρης Λεοντζάκος, Βασίλης Αμανατίδης, Σάκης Σερέφας μίλησαν για τη ποίηση και παρουσιάζαν το έργο τους…

Σάββατο 1 Μαρτίου 7:οο μμ       Δημήτρης Λεοντζάκος,  Lost Book Found

Σάββατο 1 Μαρτίου 8:οο μμ.      Βασίλης Αμανατίδης, Chatyricon

Κυριακή 2 Μαρτίου 5:οο μμ.      Σάκης Σερέφας, Πρώτα πέθανε η κότα


Μια βραδιά “Chatyrikon” στο Dasein…

του Βασίλη Αμανατίδη

Το Σάββατο 1 Μαρτίου, μετά τον φίλο ποιητή Δημήτρη  Λεοντζάκο, παρουσίασα στο Dasein την performance με τίτλο «Chatyricon». Η πρώτη φορά που διάβασα κείμενά μου (ποιήματα και διηγήματα, δηλαδή ιστορίες) μπροστά σε κοινό ήταν το 1994. Από τότε, σταδιακά, μέσα από αρκετές παρουσιάσεις στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Πάτρα, Καβάλα, Κατερίνη, Βέροια) και στο εξωτερικό, συνειδητοποίησα την ανάγκη μου να μην εκδίδω μόνο βιβλία, αλλά και να γίνομαι το κείμενό μου μπροστά στο βλέμμα του άλλου, επιχειρώντας μέσω της φωνής, και αυτού που έχω για σώμα, να δείχνω κάθε φορά τι εννοώ λέγοντας ότι η γραφή μου είναι ενιαία, μη χωριζόμενη σε είδη, «σωματική», αλλά και γιατί η φωνή και η προφορικότητα είναι αναγκαία συνθήκη της τέχνης του λόγου. Στόχος: το σώμα του γραπτού λόγου να εξατμίζεται γύρω από το κοινό, και να γίνομαι ο κομπέρ και το θέατρο των εκδοχών και σχάσεων του εαυτού μου. «Chatyricon» επειδή: επρόκειτο για ένα μονομερές ή αμφίδρομο chat, πίσω μου προβαλλόταν το “Satyricon” του Fellini, αλλά και γιατί μέσα μου επικαλέστηκα εξακολουθητικά τους υπέροχους Σατύρους: τα υβριδικά μορφώματα μιας ζωώδους εκλέπτυνσης – αυτούς για τους οποίους γράφω και στους οποίους ο λόγος και η γραφή μου επιθυμούν να καταλήξουν. Χάρηκα πραγματικά που ήμουν εκεί, αφού ένιωσα μια σχεδόν ιδανική συνομιλία με τον κόσμο γύρω μου, μα και γιατί η δράση αυτή τακτοποιεί μέσα μου την επιθυμία για περισσότερες, ανάλογες ή διαφορετικές, κάνοντάς με να σκεφτώ πως πιθανόν το συνολικό στρατήγημα στο οποίο θέλω να επιδοθώ είναι διμερές: και το βιβλίο που υποτίθεται πως μένει στο «διηνεκές», μα και η performance που εξαφανίζεται, μεταβαίνοντας ίσως στη μνήμη των άλλων (όπως και το θνητό μας σ αρκίο).

Δημήτρης  Λεοντζάκος

Αποσπάσματα από ένα ενδεικτικό κείμενο που ακολούθησα, με μια ελευθερία  είναι αλήθεια, αυτοσχεδιάζοντας, προσθέτοντας ή αποσιωπώντας μέρη του. Ο τόπος ήταν το Dasein. Πριν ενάμιση χρόνο περίπου. Εδώ το περικόπτω περεταίρω. Οκτώ μέρη που εδώ φαίνονται αριθμημένα, αποτελούσαν το κείμενο. Τα σημεία όπου επεμβαίνω και σβήνω σήμερα θα τα αφήνω να φανούν και θα δηλώνονται με το […]. Άλλωστε τον διέκοπτα και τότε τον λόγο με εμβόλιμα μέρη εικόνας από το ντοκιμαντέρ του Jem Cohen  ‘ Benjamin Smoke’  .  Στο τέλος εκείνης της βραδιάς διάβασα ποιήματά μου.

Ιούλιος 2009 (διαβάστε τη συνέχεια…….) (διαβάστε ποιήματα του Δημήτρη Λεοντζάκου)

LOST BOOK FOUND

Work in progress

1.  Τα μερικά αντικείμενα,  ή λεπτές φετίτσες  απόλαυσης. […]

2.  Ας αρχίσω κάπως:  η πέτρα

Έχω  εκδώσει δύο συλλογές με ποιήματα , οι οποίες όμως απόψε θα  αποσιωπηθούν.   Απόψε μιλώ  για δύο ανέκδοτες συλλογές  μου:  «Τίγρεις σε ενυδρείο» (2005) και «Κινέζικα» (2006).  Κάποια ποιήματά τους έχουν δημοσιευτεί κυρίως σε περιοδικά έντυπα ή δικτυακούς χώρους για την λογοτεχνία.  Πριν τα ποιήματα θα εμφανιστούν οκτώ μικρά  κείμενα – όπως το πρώτο που ακούστηκε – που φτιάχτηκαν  με αφορμή τη σημερινή βραδιά,  ιδέες ελεύθερων συνειρμών, σαν στιγμιότυπα δωματίου, γραφείου, περιβάλλων χώρος  γραφής, στιγμιότυπα εμμονών μου, που πάντως προσπαθούν  πλαγίως  – αυτή είναι η ιδέα –  να προσεγγίσουν κάτι από αυτό το «εν εξελίξει» σώμα, το εν εξελίξει έργο, το ποίημα  –Work in progress. Κείμενα σε μορφή σύντομων μικρού σχήματος αναπνοών, σαν ομόκεντροι κύκλοι ταλάντωσης υγρών, γύρω από εκείνο το σημείο απ’ το οποίο γυρνούν και τα ποιήματα . Οι λέξεις,  η γλώσσα,  ο λόγος,  τα λόγια   δεν είναι κινήσεις,  γλώσσες κυμάτων που γυρνούν ταραγμένα γύρω από έναν όρθιο, ακίνητο βράχο, έναν λίθο, μια πέτρα;

Λοιπόν: στην μέση του δρόμου είναι  μια πέτρα (Ζήνων).  Περί αυτού  πρόκειται. Χωρίς να μπορούμε  να φτάσουμε σε εκείνο το κέντρο, ενώ σπάμε τα μούτρα μας συνέχεια πάνω της.  Και είναι περίπλοκη η θέση στην οποία είμαστε όλοι ριγμένοι. Όλοι εμείς που μιλάμε και έχουμε ένα σώμα. Και ο διχασμός που αυτό το γεγονός σημαίνει. Το μονήρες, το αναγκαίο του σώματος,  μια κατακόρυφη, απόκρημνη πάντα ψυχή, που μιλά υπερβολικά, που  κρύβεται,  εσωστρέφεται,  παραληρεί, ερωτεύεται, ονειρεύεται,  μιλάει,  πηδάει απ’ τον έκτο, σώζεται,  σηκώνεται,  βαριέται,  αδιαφορεί. Με την αυστηρή έννοια των όρων, την μαθηματική σχεδόν:  το αδύνατο της έμφυλης σχέσης, το αδύνατο. Ή, για να γίνω πιο ακριβής: μιας σχέσης που δεν παύει να μην γράφεται. Δεν παύει. Να γράφει και να μη γράφεται.  Αυτό είναι ο άνθρωπος, ο λόγος που δεν παύει να μην γράφεται. Που λέγεται και δεν παύει να μην λέγεται, να εξαφανίζεται, να κρύβεται, να ξεχνάει, να ξεχνιέται, να αφαιρείται, να αφαιρεί.

Λοιπόν  αυτό είναι ο άνθρωπος: μια κληρονομική  δερματική ασθένεια λόγου απ’ τον  πατέρα του στο  σώμα της μάνας  του. Περί αυτού πρόκειται.

Τα κείμενα  θα διακόπτουν μικρά αποσπάσματα ήχου και εικόνας. Θα αφήσω επίτηδες χαλαρή την σύνδεση όλων των παραπάνω ελπίζοντας ότι θα φανεί το ζητούμενο εκείνο σημείο σύγκλισής τους.  Εν είδη νεφελώματος, ομίχλης ή κάποτε και του χεριού της φράσης:  “Μανή, Θεκέλ, Φάρες”. Παρακαλώ ότι και εάν συμβεί στοχεύσετε, συγκεντρωθείτε κάπου ανάμεσα σε αυτόν που λέει «Εγώ που σας μιλώ» και στην οθόνη πίσω του, την άλλη σκηνή.  […]

3.  Lost book found.  Ένα βιβλίο.

Ο λόγος  περί απώλειας.  Περί  παρουσίας. Νοσταλγίας. Περί της επιθυμίας. Της επανάληψης.  Της επιμονής. Της επιστροφής.

Lost Book Found

Περίεργος τίτλος εάν όντως υπόσχεται  να δώσει αυτό που δεν έχει . Τι αντικείμενο  είναι αυτό;   Τι είναι ένα  βιβλίο αλήθεια;  Και  αφού δεν  το έχει πώς θα το δώσει; Πού θα το βρει;  Πού βρίσκεται  ένα βιβλίο; Αλλά τι άλλο εννοεί μία προσφορά;  Τι δίνει αυτός που αγαπά εάν όχι αυτό που δεν έχει; Η αγάπη τι άλλο είναι εάν όχι η διακίνηση, ή  η ανταλλαγή μιας έλλειψης;  […]

4.  Άρτεμις και Ακταίων,  ταγκό για τρείς   ή  μια παραβολή  για την γλώσσα.

[ Σκηνή: η Άρτεμη λούζεται. Σε λίμνη ή πηγή. Ο Ακταίων, δεινός κυνηγός. Όπως άλλωστε και η Άρτεμη. Πέφτει να κοιμηθεί σε λιβάδι, σε θάμνο σκιερό. Από λάθος ή πονηρά ακούει νερά. Κοιτάει τον θάμνο, βλέπει γυμνή την θεά. Θα το πληρώσει. Η Άρτεμη τον μεταμορφώνει σε ελάφι. Και τα πενήντα σκυλιά του, μην αναγνωρίζοντας τον κύριό τους, τον κατασπαράζουν. ]

Υπάρχει άραγε πιο αλλόκοτο όραμα από  εκείνο που είδε ο Ακταίων πίσω από τις παραμερισμένες φυλλωσιές;

Μήπως τελικά  ονειρεύεται, μέρα μεσημέρι, ακούγοντας τα θεϊκά νερά;

Άραγε η μοίρα ή ο τυφλός πόθος  οδήγησαν τα βήματά του;  […]

5.  Εκεί που αυτό  δεν υπάρχει

Alain  Badiou,  Talk on his  “ Fifteen theses on contemporary art”  Spring  issue,  lacanian ink 23.

  1. Η τέχνη σήμερα μπορεί να συμβεί μόνο με αφορμή εκείνον τον εναρκτήριο τόπο που, όσον αφορά στην αυτοκρατορία, δεν υπάρχει.

Μέσω αυτής της αφαίρεσής της, η τέχνη καθιστά αυτήν την ανυπαρξία ορατή.

Αυτό  είναι εκείνο που κατευθύνει την  τυπική αρχή κάθε τέχνης: η προσπάθεια να καταστεί ορατό στον καθένα εκείνο που για την αυτοκρατορία (και  έτσι κατ’ επέκταση για τον καθένα, και εν τούτοις από διαφορετική άποψη), δεν υπάρχει.

  1. Δεδομένου του ότι είναι βέβαιη για τη δυνατότητά της να ελέγξει ολόκληρη την περιοχή  του πραγματικού (αυτού που βλέπεται και αυτού που ακούγεται, της όρασης και της ακοής) μέσω των νόμων που κυβερνούν την εμπορική κυκλοφορία και τη δημοκρατική επικοινωνία, η αυτοκρατορία δεν επικρίνει πλέον τίποτα. Όλη η τέχνη, και όλη η σκέψη συντρίβεται όταν δεχόμαστε αυτήν την άδεια να καταναλώσουμε, να επικοινωνήσουμε και να απολαύσουμε. Πρέπει να γίνουμε οι άσπλαχνοι λογοκριτές μας.
  1. Είναι καλύτερο να μην γίνει τίποτα από το να συμβάλει – η τέχνη –  στην εφεύρεση επίσημων τρόπων να καταστεί ορατό εκείνο, που η αυτοκρατορία  αναγνωρίζει ήδη ως υπάρχον . […]

6.  Το τραπέζι για  τίποτα.

Ανοίγοντας  το λεξικό διαπιστώνουμε ότι το «  τίποτε » και « τίποτα », προέρχεται από το αρχαίο « τι-ποτε; » που σημαίνει « τι άραγε; », και ότι απέκτησε την αρνητική του σημασία από τον Μεσαίωνα και μετά, διατηρώντας και την σημασία του κάτι:  Θέλεις τίποτε; Θα πεις τίποτε; Κτλ.

Στο Ιστορικό λεξικό της γαλλικής γλώσσας βρίσκουμε ότι το τίποτε, “rien”, προέρχεται από το λατινικό res (πράγμα) και ότι η πρώτη του σημασία ήταν « κάτι». Η χρήση του σε αρνητικές φράσεις κατέληξε στο να του προσδοθεί αρνητικό νόημα.

Στα παραπάνω λεξικά, βρίσκουμε μια σειρά από  παραδείγματα που βασίζονται στο τίποτε σαν res , σαν κάτι, σαν αντικείμενο.

Ο  Henri Michaux  μας περιγράφει ένα σχιζοφρενικό τραπέζι:

Μόλις το έπαιρνες είδηση δεν έπαυες να το συλλογιέσαι. Και εκείνο εξακολουθούσε  κάτι, δεν ξέρω τι, ίσως την δική του  δουλειά…Αυτό που σου έκανε εντύπωση, είναι πως αν και δεν ήταν απλό, δεν ήταν και πραγματικά πολύπλοκο, πολύπλοκο εξαρχής ή από πρόθεση ή από σχέδιο πολύπλοκο. Μάλλον ήταν         από-απλοποιημένο, επειδή ήταν πιο επεξεργασμένο…Πάντως είχες μπροστά σου ένα τραπέζι με πρόσθετα εξαρτήματα  -της ήταν φτιαγμένα ορισμένα σχέδια σχιζοφρενικών, τα λεγόμενα παραγεμισμένα-  κι αν μπορούσε να θεωρηθεί τελειωμένο, ήταν γιατί δεν υπήρχε τρόπος να του προσθέσει κανείς τίποτα, τραπέζι που είχε καταντήσει όλο και πιο πολύ ‘στοίβαγμα’, όλο και λιγότερο τραπέζι…Δεν έκανε για τίποτα, τίποτα δηλαδή απ’ ότι περιμένεις από ένα τραπέζι. Βαρύ, ανοικονόμητο, μόλις που μπορούσες να το μετατοπίσεις. Δεν ήξερες πώς να το πιάσεις (ούτε με το μυαλό ούτε με τα χέρια). Η επιφάνειά του  -το χρήσιμο μέρος του τραπεζιού-  μίκραινε προοδευτικά, εξαφανιζόταν και είχε τόσο μικρή σχέση με την ογκώδη ξυλουργική του κατασκευή, που δεν θύμιζε πια, στο σύνολό του, τραπέζι παρά ένα ολότελα ξεχωριστό έπιπλο, ένα άγνωστο όργανο που δεν χρησίμευε σε τίποτα. Τραπέζι απανθρωπισμένο, χωρίς καμιάν άνεση, ούτε αστικό, ούτε χωριάτικο, ούτε εκδρομικό, ούτε της κουζίνας, ούτε της δουλειάς. Τραπέζι που δεν ήταν κατάλληλο για τίποτα, που αμυνόταν, που αρνιόταν, και την εξυπηρέτηση και την επικοινωνία. Ήταν σαν κάτι το παραπεταμένο, το απολιθωμένο. Έφερνε στο νου μάλλον ένα σταματημένο κινητήρα. […]

7.  Τα γυαλιά μυωπίας   ή  πότε σπάει  ο ποιητής […]

8.  Πού πονάτε ; ή   Τι είναι ένα  σπίτι

Ένα μέρος  των ποιημάτων που θα σας παρουσιάσω ανήκουν στην συλλογή με τον τίτλο  Κινέζικα. Νοσταλγούν ένα είδος αρχαιότερης γραφής, αλλά και ένα τρόπο πιο περίπλοκης απόλαυσης. Κάτι παθαίνει εδώ το σώμα τους, το ποίημα έρχεται αλλά εμφανίζεται, χτυπάει, σπάει, εννοώ κόβεται, χάνεται σαν παγόβουνο, στο κέντρο ακριβώς της σελίδας, το κέντρο αυτό που είναι κάτι σαν τομή, σαν πέπλο, σαν ραφή, παραπέτασμα, κουρτινούλα. Εδώ έχουμε κάτι της τάξης μιας δυσκολίας, μιας αποφυγής, κάτι από τις ψευδαισθήσεις των αντικατοπτρισμών, τις οπτικές απάτες, κάτι απ’ τους άπειρους, αέναους και ψευδείς τόπους των κατόπτρων τοποθετημένων σε κατάλληλη σειρά, των καλειδοσκόπιων. Χάνεται λοιπόν αλλά αποκτά ξάφνου ένα άλλο, ακέραιο σώμα…Το ποίημα  γλιστράει ακριβώς εκεί στην ακονισμένη ακμή μιας ύλης σκληρής, διάφανης που το κόβει δραστικά σαν καθρέφτης , που το προβάλει συμμετρικά αριστερά και δεξιά του άξονά της, που γίνεται ο άξονάς του, που το πονά. Μιας τομής που σκεπάζει, εξαφανίζεται, εξαφανίζει μετά τον εαυτό της με ένα ακόμη είδωλο-γλίστρημα εφαρμοσμένο ακριβώς εκεί σαν ραφή, σαν κλωστούλα.  Αυτό είναι ένα ψαλίδι  ή  Να ένα ψαλίδι και εκείνα τα παιδικά παιχνίδια με χαρτί.  ( Να η αγία τριάδα: ψαλίδι, πέτρα, χαρτί. ) […]

Όλη  αυτή η σειρά  των  σωμάτων,  σώματα αποπροσωποποιημένα, σώματα  υβριδικά,  από τα cyborg   της ύστερης κυβερνητικής, τα  ιδεογραμματικά σώματα των νευρωτικών , τα ιερογλυφικά των ψυχώσεων, τα αυστηρά των μαθημίων (mathem) σώματα  του όψιμου Lacan  του Synthom. Συνθωματικά σώματα λοιπόν, επιμηκυμένα,  παρατεταμένα, ηλεκτρονικά, σαν κισσοί τα μηδενικά στα μαλλιά τους, ελασματοειδή, διαγραμματικά, το χωρίς όργανα σώμα των Deleuze-Guadarri, σώματα μόνο επιφάνεια, σώματα μόνο τροχιά, και παρόλα αυτά βιώσιμα, συμβιωτικά, φορείς της απόλαυσης που τα διαπερνά, τα διχάζει, τα αναβοσβήνει μες στο χάος, τα γράφει, τα διαγράφει:

Σώμα  είναι η μόνη μελάνη που έχει το χάος για να ανάψει ελάχιστες λέξεις στην νύχτα. Αυτό είναι σώμα.

Για να λάμψει για μία μόνο στιγμή. Και  να σβήσουν μετά.

Κι αυτό υποχρεώνει την ποίηση να μετακινείται, να μετακινηθεί, τους ποιητές να πουν «είναι πιο περίπλοκα, πιο κρυφά, πιο σκοτεινά τα αντικείμενα που επιθυμούμε». Αυτό είναι η επιθυμία. Και όπως απάντησε ένας πεντάχρονος στο ερώτημα επιφανούς ψυχαναλύτριας που τον ρώτησε λίγο ξερά, λίγο εύκολα: « πού πονάς ακριβώς; »  και του έδειξε  λίγο σώμα, ένα χέρι, ένα πόδι, λίγο κοιλιά. Πού πονάτε ακριβώς;  Την αιφνιδιάζει ο μικρός  απαντώντας:  « Πονάω στον Πατέρα μου».

ΤΙΓΡΕΙΣ ΣΕ ΕΝΥΔΡΕΙΟ

Δύο τίγρεις  σε ενυδρείο

παγώνουν κάτω απ’ το νερό

δεν μπορούν  να κοιμηθούν

έχουν χρώματα  στα μάτια

φυσαλίδες στο  μυαλό τους κάνει

κρύο από γαλάζια φύκια

ραμμένες τα ρούχα

φτιαγμένες σε αιώρηση

αντιλόπη εάν  περάσει απ’ τον βυθό

θα κυματίζουν κιόλας

η αρπακτική  ουρά τους

τρέχουν τα δόντια τους

όμως τα κύματα τα λόγια τους

τα χέρια γυάλινα  και στρογγυλά

(να, επειδή η  γυάλα)

δύο τίγρεις  που χωράν μέσα σε γυαλί

που ονειρεύτηκαν τον ίδιο φόβο

ότι την άνοιξη θα ανθίσουν κιόλας

ότι ένα παιδί  τις έκοψε

(τις έβγαλε  τα μάτια)

τις πήρε ένα  κορίτσι αγκαλιά

ότι έπεσαν στην σκάλα

τις έπνιξαν  μέσα στην λέξη γάλα

δύο άσπρες τίγρεις  όπως φαίνονται

δε φαίνονται

στο άσπρο υγρό

γι αυτό είναι  δυστυχείς

σαν μήνες μεσ’ στο γάλα

σαν εποχές

σαν αερόστατα

σαν δύσκολες κλωστές

σα νούφαρα  αδρανείς σαν ανεμώνες

σαν πράσινες ωάρια  διάφανες χελώνες

σαν αβαρείς

απ’ το νερό

μες στο νερό

όταν έφυγε  το νερό

ξαφνικά όταν πέταξε

σαν λιβάδι από  δύο τίγρεις μόνες

δύο τίγρεις  αναποφάσιστες

οι οποίες θα αναδυθούν

με μεγάλα φτερά

αργά φτερά  σαν

σμήνη αρπακτικές

που μεγεθύνονται πετούν

που πλησιάζουν

απ’ τον βυθό με άνθη σφαιρικά

ο ύπερος και  η γύρη

άνθη κυλιόμενα

να, επειδή τα χέρια  τους

δύο τίγρεις  και ευτυχείς

ας ταλαντωθούν

άδηλες καμπύλες

σαν τρούλοι  θα υψωθούν

σαν κλίνες ελαφρείς δειλές

σαν νύμφες

σαν νύφες

σαν νέφη

γυάλινες καμπάνες εκκρεμείς

ποιας νύχτας τις  λύπες ηχούν;

– τι μέλλον; –

στης δύσης  την δίνη κι ασάλευτες

τι πτήση υφαίνουν (τι φήμη)

τυφλή να κρυφτούν;

από την ανέκδοτη συλλογή  Τίγρεις σε ενυδρείο

Στο παράλογο έφιπποι

− σαν  θανάσιμοι ιππείς −

Θα αστράφτει  ο χρυσός

Κι αργυρά τα λιοντάρια της νύχτας

Και θα μπούμε στην ύπαιθρο χώρα

Στην  πόλη

Και θα μπούμε αναβάτες στη νύχτα

Με ανορθόδοξα δώρα

Με γαλάζια  πουλιά

Με λεπτών θηλαστικών μελωδίες

Κλουβιά από θώρακες φονικών φαλαινών

Αλαλαζόντων φιδιών οπτασίες

Πλεγμένοι με κέδρους

Δαιδαλώδεις στολές τιμωρών

Απόκρημνες  λίμνες για στέμμα

Και θα έρθουν ραγδαίοι ποταμοί

Θα μας  ραίνουν την κόμη

Ροδοπέταλα  νεαρών κοριτσιών

Και αυτόματων  λέξεις

Ρημάτων ριπές

Και θα έρθει λοξά η αυγή

− των  ζωγράφων!  −

Με σκοτάδια στα χείλη

Απαλά θα μας τέμνουν τα στιλπνά της  στιλέτα

− νεαροί των ιστών ανατόμοι −

Να ανατείλει  το σώμα

Να ανθίσουμε  στο αίμα

από την ανέκδοτη συλλογή  Κινέζικα

Ο ποταμός  πανικός

Κυλάει  δίπλα μου

Στο διπλανό  μου δωμάτιο

Πονάει  μου δίνει τα χέρια του

Γεννάει εικόνες της θάλασσας

Και εικόνες  της νύχτας

Κι εγώ  που είμαι εδώ και δεν είμαι

Ο σκοτεινός  ο ακατάληπτος

Της δίνω τις λέξεις

Σε μένα ακουμπά

Απ’ τα νερά μου γεννιέται και υπάρχει

Και με χρειάζεται

Να λάμπει η νύχτα

από την ανέκδοτη συλλογή  Κινέζικα

[ ΕΧΩ  ΚΑΤΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ  ΜΟΥ ]

Έχω κάτι λουλούδια

Στο μυαλό  μου απατηλά

Κόκκινα κίτρινα ανοιχτά

Πορτοκαλί

Που μεγαλώσαμε μαζί

Και δε μπορώ

Και ισορροπώ

Και ασφυκτικά  ισορροπούν

Ακίνητα μες στο νερό μιας λίμνης

Αναπνέουμε  σκοτεινούς χυλούς

Και μέλι

(πιθανότατα  φανταστικών εντόμων)

Σαν θρεπτικά συστατικά

Σαν σύννεφα  φυσά

Σκαρφαλώνει τρίβεται επάνω μας

Και προχωρά  ο κόσμος

Και δεν  μας αρέσει εμάς καθόλου αυτό

Πίσω  απ’ το παράθυρο που τον κοιτάμε

Και όπως περνάνε δύο γυναίκες

Όπως  κυλάνε

− όπως γερνάνε −

Δίπλα μας

Μας ακουμπούνε λίγο

Και χαιρόμαστε

Μας ακουμπάνε

Έχουν τα πρόσωπά μας τυλιγμένα με  άσπρο  πανί

Έχουν κλωστές  στα δάχτυλά μας δέσει

Υπολείμματα από υφάσματα

Στολίζουν στα μαλλιά μας

Κάτι  μαύρες βελόνες από μαύρο νερό

Στα βλέφαρά  μας

Γελάνε  μαζί μας

Γελάνε  μαζί μας

Γελάνε

από την ανέκδοτη συλλογή  Τα σκυλιά του Ακταίωνα

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s

Categories

%d bloggers like this: